Υποθέσεις Κολλεγίων: Μεγάλη δικαίωση του πρώτου φοιτητή που προσέφυγε

Η ΜΠρΑθ 9171/2026 για παραπλάνηση και μη αναγνωρίσιμο πτυχίο Νομικής
Η απόφαση επί της πρώτης αγωγής που άνοιξε τη γνωστή υπόθεση ιδιωτικού Κολλεγίου – Το Δικαστήριο δέχθηκε ότι ο φοιτητής παραπλανήθηκε και έλαβε ψευδείς διαβεβαιώσεις, ενώ ο εκπαιδευτικός φορέας γνώριζε την πραγματική κατάσταση – Επιστροφή διδάκτρων και αποζημίωση συνολικού ύψους 18.553 ευρώ

Μία ιδιαίτερα σημαντική απόφαση εξέδωσε το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών στη γνωστή υπόθεση ιδιωτικού Κολλεγίου και προγράμματος Νομικής που παρεχόταν σε συνεργασία με αλλοδαπό εκπαιδευτικό ίδρυμα.

Με την υπ’ αριθ. 9171/2026 απόφασή του, το Δικαστήριο έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή του πρώτου φοιτητή που προσέφυγε δικαστικά στην υπόθεση, επιδικάζοντάς του 12.553 ευρώ για την περιουσιακή ζημία που υπέστη από τα δίδακτρα που κατέβαλε και επιπλέον 6.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, συνολικά δηλαδή 18.553 ευρώ, πλέον νόμιμων τόκων.

Δεν πρόκειται για την πρώτη δικαστική δικαίωση στις υποθέσεις αυτές. Έχουν ήδη εκδοθεί και άλλες θετικές δικαστικές αποφάσεις για σπουδαστές.

Η συγκεκριμένη απόφαση έχει, όμως, ιδιαίτερη σημασία, διότι αφορά την πρώτη αγωγή που ασκήθηκε και από την οποία ξεκίνησε ουσιαστικά η δικαστική διερεύνηση της υπόθεσης.

Πριν από την άσκηση της αγωγής προηγήθηκε πολύμηνη και επίπονη έρευνα του ίδιου του φοιτητή Νομικής και της πληρεξούσιας δικηγόρου του, Μαρίας Β. Μοσχοπούλου, προκειμένου να εξακριβωθεί το πραγματικό καθεστώς του συνεργαζόμενου αλλοδαπού εκπαιδευτικού ιδρύματος, η δυνατότητα αναγνώρισης του συγκεκριμένου τίτλου στην Ελλάδα και το περιεχόμενο της ενημέρωσης που είχε παρασχεθεί στους σπουδαστές.

Χρόνια αργότερα, το Δικαστήριο προχωρά πλέον σε ιδιαίτερα σημαντικές παραδοχές πάνω ακριβώς στον πυρήνα εκείνης της έρευνας.

Από την υπόσχεση ενός πτυχίου Νομικής στην αδυναμία αναγνώρισης

Ο ενάγων απευθύνθηκε το 2018 στο ιδιωτικό Κολλέγιο, επιθυμώντας να σπουδάσει Νομική και να ακολουθήσει το δικηγορικό επάγγελμα στην Ελλάδα.

Το πρόγραμμα παρεχόταν σε συνεργασία με αλλοδαπό εκπαιδευτικό ίδρυμα και οδηγούσε στην απόκτηση τίτλου Νομικής.

Σύμφωνα με όσα δέχεται το Δικαστήριο, κατά την προσυμβατική ενημέρωση ο φοιτητής πληροφορήθηκε ότι μετά την ολοκλήρωση του προγράμματος θα μπορούσε να ακολουθήσει τη διαδικασία μέσω του ΑΤΕΕΝ για την αναγνώριση επαγγελματικής ισοδυναμίας και, ακολούθως, να κινηθεί προς την άσκηση του δικηγορικού επαγγέλματος.

Με βάση την ενημέρωση αυτή υπέγραψε τη σύμβαση, παρακολούθησε το πρόγραμμα και κατέβαλε συνολικά 12.553 ευρώ σε δίδακτρα.

Το κρίσιμο εύρημα: το συνεργαζόμενο ίδρυμα δεν ήταν αναγνωρισμένο ίδρυμα ανώτατης εκπαίδευσης

Η απόφαση προχωρά σε εκτενή εξέταση του καθεστώτος του αλλοδαπού εκπαιδευτικού ιδρύματος και του σχετικού θεσμικού πλαισίου.

Το Δικαστήριο δέχεται ότι το συγκεκριμένο ίδρυμα δεν ήταν, κατά τον κρίσιμο χρόνο, αναγνωρισμένο ίδρυμα παροχής ανώτατης εκπαίδευσης στη χώρα εγκατάστασής του και ότι δεν περιλαμβανόταν στον σχετικό κατάλογο αναγνωρισμένων ή πιστοποιημένων ιδρυμάτων ανώτατης εκπαίδευσης.

Παράλληλα, η απόφαση εξετάζει και απορρίπτει τον ισχυρισμό ότι η προβλεπόμενη μεταβατική περίοδος της αλλοδαπής νομοθεσίας αρκούσε για να προσδώσει στο ίδρυμα πανεπιστημιακή αναγνώριση.

Κατά την κρίση του Δικαστηρίου, η δυνατότητα χρήσης συγκεκριμένης ονομασίας κατά τη διάρκεια της μεταβατικής περιόδου δεν ισοδυναμούσε με θεσμική αναγνώριση ως πανεπιστημιακού ιδρύματος ανώτατης εκπαίδευσης.

Το Δικαστήριο: Ο εκπαιδευτικός φορέας γνώριζε την πραγματική κατάσταση

Ακόμη σημαντικότερη είναι η κρίση του Δικαστηρίου σχετικά με τη γνώση της εναγόμενης εκπαιδευτικής εταιρείας.

Από τη συμφωνία συνεργασίας με το αλλοδαπό ίδρυμα προέκυπτε, κατά τις παραδοχές της απόφασης, το πραγματικό καθεστώς του τελευταίου.

Το Δικαστήριο επισημαίνει ότι η εναγόμενη, ως εκπαιδευτικός φορέας που δραστηριοποιείται επαγγελματικά στον συγκεκριμένο χώρο, όφειλε να γνωρίζει τις προϋποθέσεις αναγνώρισης επαγγελματικών προσόντων στην Ελλάδα, καθώς και το καθεστώς του ιδρύματος με το οποίο συνεργαζόταν.

Το ζήτημα, επομένως, δεν αντιμετωπίζεται από την απόφαση ως μία απλή, μεταγενέστερη και απρόβλεπτη αποτυχία αναγνώρισης ενός τίτλου.

«Παραπλάνησαν» και «διαβεβαίωσαν ψευδώς»: οι κρίσιμες παραδοχές της απόφασης

Εδώ βρίσκεται ο πυρήνας της δικαστικής κρίσης.

Το Μονομελές Πρωτοδικείο δέχεται ότι υπάλληλοι της εναγόμενης, κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, παραπλάνησαν τον ενάγοντα και τον διαβεβαίωσαν ψευδώς ως προς το πρόγραμμα σπουδών και τη δυνατότητα αναγνώρισης του τίτλου.

Οι διαβεβαιώσεις αυτές ήταν καθοριστικές για την απόφασή του.

Ο φοιτητής επέλεξε το συγκεκριμένο πρόγραμμα επειδή επιθυμούσε να αποκτήσει τίτλο Νομικής που θα μπορούσε να αξιοποιήσει για την επαγγελματική του πορεία στην Ελλάδα. Κατά τις παραδοχές της απόφασης, εάν γνώριζε την πραγματική κατάσταση, δεν θα είχε συμβληθεί ούτε θα είχε καταβάλει τα δίδακτρα.

Προσυμβατική ευθύνη: η υποχρέωση πλήρους και ακριβούς ενημέρωσης

Η νομική σημασία της απόφασης δεν εξαντλείται στην αναγνώριση της οικονομικής ζημίας.

Το Δικαστήριο αναλύει τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τα άρθρα 197 και 198 ΑΚ και την αρχή της καλής πίστης ήδη κατά το στάδιο των διαπραγματεύσεων.

Ο εκπαιδευτικός φορέας οφείλει να παρέχει στον υποψήφιο σπουδαστή τις κρίσιμες πληροφορίες που είναι ικανές να επηρεάσουν την απόφασή του να εγγραφεί και να αναλάβει μία σημαντική οικονομική και πολυετή εκπαιδευτική δέσμευση.

Ιδίως όταν ένα πρόγραμμα επιλέγεται με συγκεκριμένο επαγγελματικό σκοπό, η δυνατότητα αναγνώρισης του τίτλου δεν αποτελεί μία δευτερεύουσα πληροφορία. Αποτελεί κρίσιμο στοιχείο για τη διαμόρφωση της βούλησης του υποψήφιου φοιτητή.

Η απόφαση εξετάζει παράλληλα την ευθύνη υπό το πρίσμα των άρθρων 288 και 914 ΑΚ, καταλήγοντας στην υποχρέωση αποκατάστασης της ζημίας που προκλήθηκε.

Η διοικητική ανάκληση και η έρευνα που είχε προηγηθεί

Η δικαστική διαδρομή της υπόθεσης δεν ξεκίνησε απλώς από μία αρνητική απάντηση ως προς την αναγνώριση του τίτλου.

Ο ίδιος ο φοιτητής και η πληρεξούσια δικηγόρος του προχώρησαν σε εκτεταμένη έρευνα για το καθεστώς του συνεργαζόμενου ιδρύματος, την αλλοδαπή νομοθεσία και τις δυνατότητες αναγνώρισης των συγκεκριμένων τίτλων.

Από την έρευνα και την επικοινωνία με τις αρμόδιες αρχές προέκυψαν κρίσιμα στοιχεία για το πραγματικό καθεστώς του αλλοδαπού φορέα.

Στη συνέχεια, τον Δεκέμβριο του 2022, το Υπουργείο Παιδείας προχώρησε σε ανάκληση της προηγούμενης διοικητικής απόφασης του 2018, με την οποία είχαν προσαρτηθεί στην άδεια του Κολλεγίου τα επίμαχα προγράμματα συνεργασίας, καθώς διαπιστώθηκε ότι δεν συνέτρεχαν οι απαιτούμενες νόμιμες προϋποθέσεις.

Από την πρώτη αγωγή στις πολλαπλές δικαστικές δικαιώσεις
Η συγκεκριμένη απόφαση έχει ξεχωριστή θέση στην υπόθεση.
Δεν είναι η πρώτη δικαστική δικαίωση των σπουδαστών. Είναι, όμως, η απόφαση επί της πρώτης αγωγής που ασκήθηκε.
Της αγωγής που βασίστηκε στα στοιχεία τα οποία αναζήτησαν και συγκέντρωσαν, μέσα από ιδιαίτερα επίπονη έρευνα, ο ίδιος ο φοιτητής Νομικής και η πληρεξούσια δικηγόρος του, Μαρία Β. Μοσχοπούλου.
Από εκείνη την πρώτη υπόθεση ακολούθησαν περαιτέρω έρευνα, δημοσιότητα, νέες προσφυγές σπουδαστών και πολλαπλές δικαστικές δικαιώσεις.
Η ΜΠρΑθ 9171/2026 έχει επομένως ιδιαίτερη σημασία: χρόνια μετά την έναρξη εκείνης της έρευνας, το Δικαστήριο αποδέχεται κρίσιμες παραδοχές που βρίσκονταν στον πυρήνα της πρώτης αγωγής — το καθεστώς του συγκεκριμένου τίτλου, τη γνώση της πραγματικής κατάστασης από την εναγόμενη και την παραπλάνηση του φοιτητή μέσω ψευδών διαβεβαιώσεων.

Επιστροφή 12.553 ευρώ και 6.000 ευρώ για ηθική βλάβη
Το Δικαστήριο αναγνώρισε ως περιουσιακή ζημία το σύνολο των διδάκτρων που είχε καταβάλει ο ενάγων, ύψους 12.553 ευρώ.
Επιπλέον, λαμβάνοντας υπόψη τις συνέπειες που υπέστη, επιδίκασε 6.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.
Συνολικά, η εναγόμενη υποχρεώθηκε να καταβάλει 18.553 ευρώ, με τον νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής έως την ολοσχερή εξόφληση.

Μία απόφαση με ευρύτερη σημασία για τις ιδιωτικές σπουδές
Η ΜΠρΑθ 9171/2026 δεν αφορά απλώς μία οικονομική διαφορά μεταξύ ενός φοιτητή και ενός εκπαιδευτικού φορέα.
Θέτει ένα πολύ ευρύτερο ζήτημα: ποια είναι η ευθύνη ενός ιδιωτικού εκπαιδευτικού φορέα όταν προσελκύει σπουδαστές σε ένα πρόγραμμα συνδέοντάς το με συγκεκριμένη επαγγελματική προοπτική και τι συμβαίνει όταν οι πληροφορίες στις οποίες ο σπουδαστής βασίζει μία πολυετή και δαπανηρή επιλογή αποδεικνύονται ανακριβείς.
Το ζήτημα αποκτά ακόμη μεγαλύτερη βαρύτητα όταν αφορά σπουδές Νομικής και την προοπτική πρόσβασης στο δικηγορικό επάγγελμα.
Σε ένα θεσμικά ρυθμιζόμενο επάγγελμα, η πλήρης και ακριβής ενημέρωση για την αναγνώριση ενός τίτλου δεν αποτελεί μία τυπική υποχρέωση.
Είναι θεμελιώδης προϋπόθεση για την προστασία του υποψήφιου φοιτητή.

Η MMLEGAL – Moschopoulou & Associates Law Office έχει χειριστεί σειρά συναφών υποθέσεων και συνεχίζει να παρακολουθεί τη νομολογιακή εξέλιξη του ζητήματος.